Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Και ο φίλος της κοινωνίας ποιος είναι;


Αναδημοσιεύουμε από την ΑΥΓΗ


Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/11/2009
Του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

«Η τρομοκρατία είναι εχθρός της κοινωνίας» ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος της Αυγής μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον των αστυνομικών στην Αγία Παρασκευή. Διαβάζοντάς τον ένιωσα ένα σφίξιμο και ούτε που άνοιξα την εφημερίδα. Και τα άλλα εγκλήματα; Το άλλο έγκλημα δεν είναι «εχθρός της κοινωνίας»; Δεν μιλώ για τα εγκλήματα που γίνονται καθημερινά σε εργοστάσια, γιαπιά, γραφεία, σε αστυνομικά τμήματα και σε φυλακές, σε σκάλες υπουργείων και τουαλέτες δημοτικών μεγάρων (για όσους παραξενεύονται: ρίξτε μια ματιά, πώς καθαρίζονται αυτοί οι χώροι και τι παθαίνουν οι άνθρωποι που τους καθαρίζουν). Ούτε καν για τα εγκλήματα των μπράβων μιλώ που ρίχνουν βιτριόλι σε συνδικαλίστριες. Δεν εννοώ τίποτε απʼ όσα επικαλούνται για να δικαιολογήσουν τα δικά τους εγκλήματα αυτοί που θέλουν νʼ ανοίξουν πόλεμο με την αστυνομία. Μιλώ για το έγκλημα των αστυνομικών δελτίων: π.χ. για τους ληστές τραπεζών.
Γιατί δεν λέμε ότι «το έγκλημα είναι εχθρός της κοινωνίας»; Διότι «εχθρός της κοινωνίας» σημαίνει έκτακτα μέτρα, ειδικά δικαστήρια, κατάσταση έκτακτης ανάγκης, σημαίνει πόλεμο. Κι εμείς δεν δεχόμαστε τη λογική του πολέμου. Έχουμε εξοβελίσει από το λεξιλόγιό μας τους στρατιωτικούς όρους και όποτε πρόκειται για ταξικές συγκρούσεις.
Ειδικά στην περίπτωση των ομάδων που δολοφονούν ή προσπαθούν να δολοφονήσουν, εάν δεχτούμε τη λογική του πολέμου ή τη λογική του «εχθρού» και του «φίλου» υποτασσόμαστε στις δικές τους επιδιώξεις. Αυτοί προκαλούν τους αστυνομικούς να ανταποδώσουν τα πυρά τους, ώστε να δημιουργηθεί εικόνα πολέμου. Και από τη μεριά του κράτους και της αστυνομίας υπάρχει συχνά η διάθεση να δοθεί η κουτσαβάκικη απάντηση: «Άμα θέλουν πόλεμο, θα τον έχουν!» Δεν είναι ενιαία, σήμερα μάλλον δεν είναι η κρατούσα διάθεση, αλλά υπάρχει. Αυτό ήταν εξάλλου το νόημα της πρώτης δήλωσης του υπουργού Αστυνομίας: «Έχουμε πόλεμο, θα πολεμήσουμε!», η οποία κατόπιν ευτυχώς αποσιωπήθηκε -νʼ αγιάσει το χέρι όποιου του τράβηξε το αυτί του κ. Χρυσοχοϊδη. Η ιδέα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» είναι γελοία. Δεν παύει όμως να είναι επικίνδυνη.
Η μεγάλη διαφορά των δολοφονικών ενεργειών εναντίον της αστυνομίας το τελευταίο διάστημα από τις παλιότερες είναι ότι τώρα δεν υπάρχει κανενός είδους συμπάθεια με αυτές. Το χαρακτηριστικό μάλιστα αυτών των τελευταίων πράξεων είναι η έλλειψη κάθε πολιτικής δικαιολόγησης. Η πολιτική δικαιολόγηση απαιτεί, βλέπεις, αποδέκτη και τέτοιος αποδέκτης δεν υπάρχει πουθενά.
Η διαλεύκανση των δολοφονικών ενεργειών και η σύλληψη των δραστών είναι αναγκαία. Όσο γρηγορότερα και όσο πληρέστερα τόσο καλύτερα. Δεν υπάρχει όμως χρεία ιδιαίτερης πολιτικής. Η αποστροφή γιʼ αυτές τις ενέργειες είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Γιʼ αυτό κάθε απόπειρα «αντιτρομοκρατικής ενότητας» ή «κοινωνικής συσπείρωσης» είναι παραπλανητική και εκ του πονηρού. Αποσκοπεί να εμφανιστούν οι επιχειρήσεις σκούπα εναντίον μεταναστών και οι επιδρομές εναντίον νέων ανθρώπων σε μπαρ, πάρκα και πλατείες σαν μέρος μιας εκστρατείας εναντίον των δολοφόνων. Να μετατραπεί η αποστροφή για τις δολοφονικές απόπειρες σε συναίνεση με την αστυνομική βία. Να χαρακτηριστεί κάθε νέος άνθρωπος που εξανίσταται, έστω με βίαιο τρόπο, σαν εν δυνάμει δολοφόνος. Μα τι σχέση έχει η πολύ σοβαρή προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλουμε για να πείσουμε τον μαθητή που πετάει μια πέτρα ή σπάει μια βιτρίνα ότι κάνει λάθος, με τη σύλληψη δολοφόνων; Η φράση του υπουργού: «Τα καλάσνικωφ πουλιούνται στην Ομόνοια!» είναι ψέμα και αποσκοπεί να ταυτίσει εξαθλιωμένους πρόσφυγες και άστεγους που τριγυρνάνε στις πλατείες με το οργανωμένο έγκλημα. Να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους και να διευκολύνει την αντιμεταναστευτική πολιτική.

Γιʼ αυτό έχω τη γνώμη ότι ο τίτλος της Αυγής ήταν άτοπος.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΙΥΛΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝΩΠΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΜΗΛΟΥ


Η υπόθεση της επιλογής αρχηγού του κόμματος της ΝΔ και η αμηχανία που διακατέχει την αξιωματική αντιπολίτευση να καταλήξει σε μια διαδικασία έχει πολλά να μας διδάξει. Η ΝΔ αναζητεί έναν «δημοκρατικό» τρόπο ανάδειξης αρχηγού από τη βάση, την στιγμή που το ζητούμενο δεν είναι ποιος είναι ο καταλληλότερος αρχηγός αλλά το αν υπάρχει η περίφημη «βάση» για να τον αναδείξει. Το πρόβλημα ξεκινά με την μετατροπή των κομμάτων εξουσίας από μαζικά και πολυσυλλεκτικά κόμματα που ήταν κάποτε, σε κόμματα - καρτέλ, δηλαδή κρατικά κόμματα που δεν εκπροσωπούν τόσο κοινωνικά συμφέροντα αλλά, κυρίως, μεταφέρουν κρατικές ιδεολογίες, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, στη κοινωνική βάση. Το κόμμα – καρτέλ δεν χρειάζεται τη «βάση» για να λειτουργήσει, τουναντίον έχει φροντίσει να τη διαλύσει, και αρκείται σε έναν πυρήνα «οργανικών» διανοουμένων που αντλεί από μια ευρύτερη δεξαμενή υπερκομματικών τεχνοκρατών.

Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη αποτέλεσε τον πιλότο της μετατροπής του παραδοσιακού μαζικού και πολυσυλλεκτικού κόμματος σε κρατικό κόμμα – καρτέλ. Το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ εξελίσσει περαιτέρω το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη με συνέπειες όχι μόνο πάνω στην κομματική δομή αλλά και στην ίδια την δομή του πολιτεύματος. Η μεταδημοκρατία των μονοεδρικών περιφερειών και του γερμανικού εκλογικού μοντέλου, των κομματικών δημοψηφισμάτων που απευθύνονται και σε μέλη και σε φίλους, το οργανωτικό μοντέλο των ΜΚΟ, η μορφή συμμετοχής που επιβάλλουν τα ΜΜΕ, η ατζέντα των θεμάτων που επιβάλλονται από τις δημοσκοπήσεις, η οικονομική ηγεμονία του καπιταλισμού των υπηρεσιών, η υπερίσχυση των οικονομικών λόμπι, είναι ήδη εδώ.

Αν η παραπάνω εξέλιξη του κομματικού συστήματος έχει κάποια ισχυρή αναλυτική βάση, τότε το πρώτο πράγμα που χρειάζεται αναθεώρηση στην αριστερή στρατηγική είναι η πάγια θέση της ανανεωτικής αριστεράς περί της χρησιμότητας των κυβερνητικών συνεργασιών. Διότι, η κυβερνητική συνεργασία όμορων πολιτικών χώρων είχε κάποιο νόημα όταν τα κόμματα αποτελούσαν μορφές εκπροσώπησης κοινωνικών στρωμάτων και μορφές πολιτικής οργάνωσης της ίδιας της κοινωνίας. Η προγραμματική σύγκλιση σε τέτοιες περιπτώσεις στηρίζονταν σε κάποιου είδους πολιτικό αίτημα που ερχόταν, έστω και με στρεβλό τρόπο, από τα κάτω. Στην εποχή των κομμάτων – καρτέλ, που οι «αποκάτω» δεν έχουν τρόπο να διατυπώσουν το όποιο πολιτικό αίτημα (οι κομματικές οργανώσεις βάσεις έχουν διαλυθεί), οι κυβερνητικές συνεργασίες δεν διαλύουν απλώς τους αριστερούς κομματικούς σχηματισμούς (Γαλλία, Ιταλία) αλλά στερούν τα λαϊκά στρώματα από στοιχειώδη πολιτικά εργαλεία. Φυσικά, η ταξική πάλη δεν εξαφανίζεται από το πολιτικό εποικοδόμημα αλλά εκφράζεται μέσω μιας ασφυκτικής υπεροπλίας των πολιτικών εργαλείων της αστικής τάξης.

Από την άλλη, η μετωπική λογική του ΚΚΕ, η συνεχής επίκληση των όποιων αγώνων πρέπει να δοθούν αύριο κιόλας, η αυταρέσκεια της συνέπειας στις διαχρονικές ερμηνείες ενός πολιτικού τυφλοσούρτη (για όλα φταίει το μεγάλο κεφάλαιο, η Ε.Ε, το ΝΑΤΟ κλπ) και η σταλινική ταύτιση του κόμματος με τον ίδιο τον «λαό» έχει ενσωματώσει, με ιδιότυπο τρόπο, το κόμμα αυτό στο κοινοβουλευτικό σύστημα ως μια μορφή ακίνδυνης γκρίνιας. Το ΚΚΕ δεν αποτελεί τμήμα του συστήματος καρτέλ, αποτελεί όμως το απαραίτητο συμπλήρωμα του, μια μορφή ψευδοσυμμετοχής.

Έτσι, οι όροι του διλήμματος για την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Αγωνιστική καρικατούρα η δορυφόρος δύναμη του συστήματος καρτέλ; Η απάντηση είναι βέβαια τίποτα από τα δύο, όμως αυτό θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί με σαφέστερους πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους.

Το ζήτημα που θέτει η νέα περίοδος που άνοιξε με την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και την συντριβή της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Με ποιο τρόπο θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ και τι οργανωτικές δομές προαπαιτούνται για κάτι τέτοιο; Τι σημαίνει «προγραμματική αντιπολίτευση»; Θα περάσουμε από την ευκολία της αντιπολιτευτικής στρατηγικής απέναντι στη ΝΔ στην επιλεκτική αντιπολίτευση όπου θα κριτικάρονται τα αρνητικά και θα υποστηρίζονται τα θετικά; Είναι τόσο απλά τα πράγματα;

Νομίζω πως οι «συμπληγάδες πέτρες» που περιμένουν τον ΣΥΡΙΖΑ στη γωνία έχουν το όνομα «Φιλελεύθερο ΚΚΕ – Συνεπές ΠΑΣΟΚ» και θα πρέπει να τις αποφύγει αν θέλει να έχει πολιτικό μέλλον, κοινωνική γείωση και οργανωτική εμβάθυνση. Η ανάδειξη επιμέρους συνδικαλιστικών αιτημάτων, κάτι που κάνει κατά κόρον το ΚΚΕ, μαζί με την προσθήκη κάποιων στοιχείων σεβασμού της αυτονομίας των κινημάτων σίγουρα δεν επαρκεί. Από την άλλη, η υπογράμμιση λαθών, παραλείψεων και ακυρώσεων στις εξαγγελθείσες πολιτικές του ΠΑΣΟΚ αποτελεί, μάλλον, κριτική κοινοβουλευτική συμπολίτευση παρά προγραμματική αντιπολίτευση. Στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτιστεί, μονομερώς, η έννοια της αντιπολίτευσης με τη δράση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και με τον ιδιότυπο «πόλεμο θέσεων» που συνεπάγεται η διαδικασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Σε πείσμα όλων των παραπάνω, το μεγάλο στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ, από δω και εμπρός, είναι η διατύπωση μιας γενικής πολιτικής πρότασης και ακόμα περισσότερο, κατά πόσο οι κεντρικές ιδέες αυτής της πρότασης μπορούν να αποτελέσουν πειστικά κινηματικά εργαλεία, παρά το ποιες αντιπολιτευτικές κινήσεις πρέπει να γίνουν μέσα στο κτήριο της βουλής.

Όμως, γενική πολιτική πρόταση δεν σημαίνει περίληψη του όποιου προγράμματος υπάρχει (πρόγραμμα ΣΥΝ) ή των όποιων δεκαπέντε σημείων άμεσης πάλης (ΣΥΡΙΖΑ) έχουν διακηρυχθεί. Δεν σημαίνει επίσης την συμπύκνωση όλων των προηγούμενων σε ένα σύνθημα του τύπου «Για τις ανάγκες των πολλών».
Σημαίνει την οργάνωση μιας παραγωγικής ιδέας που λειτουργεί ως μήτρα απαντήσεων σε μια σειρά από ζητήματα και όχι το αντίστροφο. Για παράδειγμα, μια πρόταση που υποστηρίζει την ανάγκη μείωσης των κερδών στο επίπεδο της συνολικής οικονομίας απαντά συνολικότερα στο ερώτημα για το «που πάνε τα λεφτά» από την απλή επισήμανση «στους κλέφτες» ή την όποια προτροπή για νοικοκύρεμα του κράτους. Το σημαντικότερο όμως είναι πως μια γενική πολιτική ιδέα πολιτικοποιεί με μονιμότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο τα «μέλη» ενός πολιτικού οργανισμού από την «ρηχή» πολιτικοποίηση και την πρόσκαιρη κινητοποίηση που προσφέρουν τα συνθήματα και οι επιμέρους απαντήσεις. Και εδώ είναι που μπαίνει το οργανωτικό ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ με τον πλέον απαιτητικό τρόπο.

Γιατί η μέχρι τώρα λειτουργία της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω των κεντρικών συνεννοήσεων κατέληγε, το πολύ, σε κάποια σημεία συμφωνίας, τα οποία μοιράζονταν στη βάση με μπροσούρες. Έτσι, ολόκληρη η υπάρχουσα δομή ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούσε με την επικοινωνιακή μορφή «Πομπού – Δέκτη». Πομπός η γραμματεία (όποτε αυτή εξέπεμπε) και δέκτης οι συνελεύσεις βάσης που απλά ενημερωνόντουσαν.
Και το ζήτημα δεν είναι τόσο η θεσμοποίηση της κάρτας μέλους σαν λύση στο πρόβλημα της πολιτικής ρηχότητας των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, όσο το είδος της πολιτικοποίησης που θα προσφέρουν αυτές. Μια πολιτικοποίηση, δηλαδή, μια σχέση με την πολιτική στη βάση των ελάχιστων σημείων συμφωνίας ενός μετωπικού σχήματος θα οδηγούσε, σε εποχές διακυβέρνησης από την νέα κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ, στην ήττα και στην ενσωμάτωση πέρα από τις όποιες προθέσεις και όσο καλή αντιπολίτευση και αν κάναμε.

Η νέα σχέση με την πολιτική, στη βάση κεντρικών ιδεών που επαναδιατυπώνουν τα πολιτικά ζητήματα, δεν περιορίζεται στους σημαντικούς, κατά τα άλλα, αλλά «τυφλούς» και επιμέρους αγώνες, ούτε σνομπάρει τις όποιες προσδοκίες οδήγησαν τον κόσμό να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ και να «γκρεμίσει» τη Νέα Δημοκρατία. Οι κεντρικές ιδέες προωθούν και ριζοσπαστικοποιούν τις προσδοκίες του εκλογικού σώματος με το όποιο ταξικό – προλεταριακό δυναμικό αυτές διαθέτουν, χωρίς να το μειώνουν αποκαλύπτοντάς του, δήθεν, την «καλυμμένη» ομοιότητα των δύο κομμάτων εξουσίας που αυτό δεν βλέπει. Για να σχηματοποιηθούν όμως αυτές οι κεντρικές ιδέες χρειάζεται η ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής και εδώ οι μέθοδες της ομοφωνίας και των διαπραγματεύσεων που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποτύχει. Με τι θα τις αντικαταστήσουμε; Γιατί κάποια στιγμή θα πρέπει να συμφωνήσουμε και σε κάτι που να αποτελεί προωθητική θέση στρατηγικού χαρακτήρα και όχι απλά σημείο ισορροπίας στο ελάχιστο δυνατό. Ακόμη πιο βασανιστικά, δεν υπάρχει λόγος να αναβαθμιστεί πολιτικά και οργανωτικά ο ΣΥΡΙΖΑ αν δεν έχει στόχο να προτείνει μια στρατηγική και όχι απλά κάποια ελάχιστα σημεία στήριξης για το κομμάτι της κοινωνίας που τον ενδιαφέρει.


ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Θέλουμε τον Ιόλα ανοιχτό και όχι ένα νέο DaVinci


Αναδημοσιεύουμε από το blog της Ανοικτής Συνελευσης κατοίκων Αγίας Παρασκευής

Σε λίγες μέρες στις 4 Νοέμβρη εκδικάζεται η αίτηση του ιδιοκτήτη – εργολάβου Γεωργίου ,για τον αποχαρακτηρισμό του κτήματος και της βίλας Ιόλα. Από διατηρητέο οίκημα που είναι τώρα κινδυνεύει άμεσα με κατεδάφιση, τσιμεντοποίηση και κάθε είδους εμπορική χρήση.


Για την ιστορία, μετά το θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα η βίλα του υπέστη τεράστιες λεηλασίες με τις αρμόδιες αρχές απλά να αδιαφορούν για την τύχη της. Το 1998 με δημοτική απόφαση το κτήμα χαρακτηρίζεται ως "κέντρο πολιτιστικών δραστηριοτήτων", μετά από πιέσεις των κατοίκων. Δύο χρόνια αργότερα έρχεται το ΥΠΕΧΩΔΕ και το χαρακτηρίζει ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Παρότι το κτήμα κρίθηκε απαλλοτριωτέο από το κράτος, οι διαδικασίες δεν προχώρησαν. Έτσι φτάσαμε στο σήμερα με τον ιδιοκτήτη – εργολάβο να ζητά την απελευθέρωση όλου του οικοπέδου για προσωπικό όφελος και τσιμεντοποίηση.


Δεν έχουμε αυταπάτες ότι η νομική οδός θα μπορέσει να λύσει το ζήτημα. Παρόλ’ αυτά, το να μην αποχαρακτηριστεί το κτήμα και η βίλα είναι το πρώτο και βασικό βήμα. Διότι έτσι προστατεύεται ένα πολιτιστικής σημασίας κτίριο και διασφαλίζεται η ύπαρξη πρασίνου τόσο έχουμε ανάγκη στην πόλη μας. Δεν είναι όμως δικλείδα ασφαλείας : γιατί ακόμα και διατηρητέο το κτήμα μπορεί να αξιοποιηθεί επιχειρηματικά απ τον εργολάβο. Δηλαδή κάλλιστα μπορεί να μετατραπεί σε μια γκαλερί στην οποία θα χρειάζεται τσουχτερή είσοδο. Το θέμα λοιπόν είναι ο χώρος να μην εμπορευματοποιηθεί. Είτε από τον δήμο, είτε από τον ιδιώτη. Αυτό που θέλουμε εμείς είναι έναν χώρο ελεύθερο, κοινωνικό, ανοιχτό για όλες και για όλους. Έναν χώρο δημόσιο για τις πολιτιστικές επιθυμίες και ανάγκες των κατοίκων. Και όταν λέμε δημόσιο, δεν εννοούμε δημοτικό: γιατί και έτσι υπάρχει η πιθανότητα να παραμείνει κλειστός, να πρέπει δηλαδή να πληρώνεις για να χρησιμοποιήσεις τον χώρο.


Εμείς από τη μεριά μας έχουμε καταλήξει στις εξής απαιτήσεις: Πρώτον, να μην αποχαρακτηριστεί το κτήμα και η βίλα Ιόλα. Να παραμείνει διατηρητέο ιστορικό μνημείο.
Δεύτερον να απαλλοτριωθεί από το κράτος και να περάσει στον Δήμο και τρίτον να αποδοθεί στους κατοίκους. Το πώς θα περάσει στον δήμο δεν είναι δικής μας αρμοδιότητας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μην φορολογηθούν επιπλέον οι δημότες της Αγίας Παρασκευής. Οπότε τα σενάρια περί δανείου για την αγορά του κτήματος από τον δήμο δεν μας βρίσκουν θετικούς.
Σε μια περίοδο όπου οι κοινόχρηστοι και ελεύθεροι χώροι εξαφανίζονται απ' την πόλη, οι κάτοικοι πρέπει να πάρουμε θέση. Σε μια περίοδο όπου τα πάρκα γίνονται πάρκινγκ, τα δάση μας καίγονται για να ξεφυτρώσουν θέρετρα, βίλες και «κέντρα αναψυχής» είναι αναγκαία η ουσιαστική ενεργοποίηση όλων μας. Χωρίς αρχηγούς και αυθεντίες. Να πράξουμε συλλογικά, να συναντηθούμε και να συναποφασίσουμε. Πέρα από γραφειοκρατικές λογικές και μικροκομματικές σκοπιμότητες
. Μέσα από την ανοιχτή συνέλευση των κατοίκων αποφασίσαμε το αυτονόητο: να πράξουμε για τη βίλα άμεσα και αδιαμεσολάβητα. Συνεχίζουμε τις δράσεις μας κι επιλέγουμε να μην κλεινόμαστε σπίτια μας απαθείς, επιλέγουμε με άμεσες και δημοκρατικές διαδικασίες να καθορίζουμε εμείς την τύχη των ζωών μας.


Γι’ αυτό καλούμε όλους τους κατοίκους της Αγίας Παρασκευής σε ολοήμερη εκδήλωση στο κτήμα Ιόλα για να υπερασπιστούμε την ανάγκη ύπαρξης ενός πράσινου ελεύθερου χώρου στη γειτονιά μας. Για να προσδώσουμε έμπρακτα ένα ζωντανό και κοινωνικό χαρακτήρα στη βίλα, να την μετατρέψουμε σ’ ένα πολιτικό και πολιτιστικό κύτταρο της πόλης μας, σ' ένα χώρο παραγωγής πολιτισμού απ' τους ίδιους τους κατοίκους.


Κυριακή 1 Νοέμβρη 12.00
όλες κι όλοι στο κτήμα Ιόλα
Χρυσοστόμου Σμύρνης & Δημοκρατίας



Μουσική –συναυλίες- δραστηριότητες για παιδιά – ζωγραφική – συζητήσεις και πολλή κουβέντα


Ανοιχτή συνέλευση κατοίκων Αγίας Παρασκευής
anoixtisyneleysiagparaskevis.blogspot.com

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Πάρτε μαζί σας νερό…..το μέλλον έχει πολύ ξηρασία


Ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ, αναμφίβολα,
αλλά ποιον ΣΥΡΙΖΑ;

Πάρτε μαζί σας νερό…..το μέλλον έχει πολύ ξηρασία
Μιχάλης Κατσαρός

Είναι νωπά ακόμη τα αποτελέσματα των εκλογών σε Γερμανία και Πορτογαλία και τα πρώτα συμπεράσματα μπορούν να βγουν. Στη Γερμανία αρχίζει και υπάρχει ξανά η Αριστερά έπειτα από τις δεκαετίες του 60 και 70, τα λευκά κελιά και τη πτώση του Τείχους. Στην Πορτογαλία αρχίζει να υπάρχει μια αντισυστημική και συνάμα ρεαλιστική αριστερά ύστερα από τις «φιλόδοξες» και εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις των πολιτικών δυνάμεων του συστήματος που οδήγησαν την οικονομία της σε αυτό που θα γίνει αργότερα γνωστό σε όλη την Ευρώπη ως «Λισαβονοποίηση». Και στις δύο χώρες εξελίσσεται θετικά, μέχρις στιγμής, ένα ενωτικό αλλά και με αρκετά στοιχεία υπέρβασης των επί μέρους κομματικών ταυτοτήτων, πολιτικό πείραμα.
Σε μια ευρωπαϊκή ένωση, όπου η σοσιαλδημοκρατία της καπιταλιστικής ρύθμισης βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κρίση της, όπου οι Οικολόγοι Πράσινοι μετακινούνται συνεχώς προς τα κεντροδεξιά του πολιτικού φάσματος και οι απόγονοι του παραδοσιακού ευρωπαϊκού αριστερισμού δεν ξεπερνούν τα πολύ στενά όρια ανάπτυξης τους, οι ενωτικές προσπάθειες σε Γερμανία και Πορτογαλία δείχνουν να έχουν πιάσει το νήμα κάποιας σοβαρής επιστροφής της αριστερής πολιτικής στο προσκήνιο της ιστορίας.
Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η επιστροφή της αριστερής πολιτικής στο προσκήνιο της ιστορίας αποτέλεσε το «Κεκτημένο – ΣΥΡΙΖΑ» των δύο προηγούμενων χρόνων και στην Ελλάδα. Ισχυριζόμαστε ότι αυτό το «Κεκτημένο» επιτεύχθηκε, παρά την ισχνή οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, φανερώνοντας τη «δίψα» της κοινωνίας για νέου είδους πολιτική που να απαντάει σε ανάγκες και όχι σε ιδιοτέλειες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε χάρη στην απήχηση που είχε το Κοινωνικό Φόρουμ, που αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή κινηματική απάντηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, στη νεοφιλελεύθερη πειθαρχία που επιβάλλουν οι αγορές και στο There is no Alternative της Θάτσερ, του Ρήγκαν, του Μπους και του Μπλερ.
Αυτό το «Κεκτημένο» σήμερα κινδυνεύει, όχι από το νεοφιλελευθερισμό, τον Καραμανλή ή τον Παπανδρέου, αλλά από εκείνες τις συνιστώσες του εγχειρήματος που είτε αδυνατούν να καταλάβουν τις προοπτικές που τους ανοίγονται, είτε εμμένουν στενοκέφαλα και απολυταρχικά στην υπεράσπιση ταυτοτήτων που ιστορικά έχουν τερματίσει τον ρόλο τους και πολιτικά έχουν ηττηθεί. Κινδυνεύει από την απομάκρυνση του συνόλου της ηγεσίας του από τις διαθέσεις της βάσης, από την υπονόμευση των κοινωνικών αναφορών του εγχειρήματος από μηχανισμούς νομής διαφόρων μικροεξουσιών. Κινδυνεύει από την υπονόμευση του πολιτικού του λόγου από επικοινωνιακά τερτίπια, από την αντικατάσταση των αγώνων του από έναν αποδεκτό, υποτίθεται, τηλεοπτικό κώδικα. Κινδυνεύει η αριστερή ιδιοσυστασία των προσώπων του από την επαγγελματοποίηση της πολιτικής, κινδυνεύουν οι σχέσεις εκπροσώπησης του από ένα ιδιότυπο κόμμα – στούντιο με πρωταγωνιστές κάποιους τηλεαστέρες.
Το πώς συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί οι αρνητικοί παράγοντες και κυρίως πώς δρουν από κοινού για να διαλύσουν ό,τι οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια μένει να το δούμε αμέσως μετά τις εκλογές, αλλά και να συγκρουστούμε μαζί τους.

Όλοι εμείς, γυναίκες και άντρες που παλέψαμε τα τελευταία χρόνια μέσα από τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ Αγίας Παρασκευής,

- Σε αυτές τις εκλογές θα είμαστε μεροληπτικοί. Είμαστε με τα θύματα της κρίσης: τους ανέργους, τους εργαζόμενους της επισφάλειας, τους νέους χωρίς προοπτική. Αυτό απαιτούν οι συνθήκες, αυτό επέβαλλαν οι εξελίξεις, αυτό έχει ανάγκη η κοινωνία.

- Ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ, για να διασώσουμε αυτό το «Κεκτημένο», αλλά και για να το προχωρήσουμε.

- Ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ όχι για να μπει απλά στη Βουλή, άνευ όρων, στο όνομα μιας υποτίθεται απαραίτητης «πολυχρωμίας» που πρέπει να διαθέτουν τα κοινοβουλευτικά έδρανα, αλλά ακριβώς για να μπει στη Βουλή με όρους συγκρότησης μιας ριζοσπαστικής και ταξικής αριστεράς του μέλλοντος.

- Ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ όχι στο πλαίσιο μιας ψευδεπίγραφης ενότητας που διαρκεί ακριβώς όσο η προεκλογική περίοδος αλλά ακριβώς γιατί πιστεύουμε ότι πρέπει να ενισχυθούν εκείνες οι δυνάμεις μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ που θα ανταποκριθούν στην ιστορική του προοπτική.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Με αφορμή το debate (Χρήστος Βαλλιάνος)


Η παρακολούθηση του debate μεταξύ των έξι πολιτικών ηγετών με παρακίνησε σε κάποιες σκέψεις που ωστόσο δεν αφορούν καθόλου την εκλογομαχία.
Αφορμή για τις σκέψεις ήταν το γεγονός ότι η γραμματέας του ΚΚΕ φαίνεται ότι έχει κατοχυρώσει πλέον το αποκλειστικής εκπροσώπησης και χρήσης ενός λεξιλογίου (καπιταλισμός, ταξική εκμετάλλευση, αστική τάξη, εργατική αριστοκρατία, κλπ) που παραπέμπει στην εξ ίσου αποκλειστική κατοχή μιας ιδιαίτερης θεωρίας: του μαρξισμού: Το ΚΚΕ εμφανίζεται ως ένα ξεχωριστό κόμμα, το κόμμα της εργατικής τάξης, την οποία εκπροσωπεί εργολαβικά, και μοναδικός και αυθεντικός κάτοχος μιας θεωρίας, του μαρξισμού, εκ της οποίας πηγάζουν οι πολιτικές του θέσεις, που γι’ αυτό και μόνο είναι απόλυτα σεβαστές.
Όσο αυτονόητο φαίνεται το γεγονός αυτό σε κάποιους δημοσιογράφους και «αναλυτές», που σπεύδουν κάθε φορά να υπογραμμίσουν τη συνέπεια της πολιτικής στάσης του ΚΚΕ σε σχέση με τη γενικότερη φιλοσοφική του θεώρηση κλπ, τόσο για κάποιος άλλους, αμετανόητους αριστερούς η εικόνα αυτή φαντάζει τραγική, ή ακόμα και ιλαροτραγική: Και πώς να μην είναι έτσι; Σκεφτείτε μόνο ότι το κόμμα που μιλάει για τον καπιταλισμό και την ταξική εκμετάλλευση είναι αυτό που έχει ως στρατηγικό στόχο τον σοβιετικού τύπου κρατικό καπιταλισμό!
Βεβαίως, η άνετη χρήση ενός μαρξιστικού λεξιλογίου από τη γραμματέα του ΚΚΕ δεν σημαίνει τίποτα σε σχέση με το μαρξισμό του ΚΚΕ. Είναι γνωστό ότι αυτό που το ΚΚΕ θεωρεί μαρξισμό είναι μια φτηνή καρικατούρα της θεωρίας του Μαρξ. Η αναφορά στην εκμετάλλευση και το μονοπωλιακό καπιταλισμό δεν το εμποδίζει τελικά από το να σχηματίζει μια εικόνα της ελληνικής κοινωνίας που βρίσκεται σε εμφανή αναντιστοιχία με την ίδια την πραγματικότητα: Ας θυμηθούμε μόνο τη άποψη της Α. Παπαρήγα στο debate των αρχηγών, που θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις παρεμβαίνουν στις πανεπιστημιακές σπουδές επιδιώκοντας την αποβλάκωση των φοιτητών!
Νομίζω ότι η εκτός ΚΚΕ Αριστερά κουβαλάει, από την εποχή της ΕΔΑ, μια «συμμετρική» παράδοση. Είναι η παράδοση της άρνησης της συλλογικής οικειοποίησης του μαρξισμού, η παράδοση της αποκλειστικά πολιτικής ενότητας, στο όνομα της απόρριψης της μοναδικής ορθοδοξίας, της χωρίς παρωπίδες αξιοποίησης της οποιασδήποτε θεωρητικής συμβολής, ακόμα και εκείνων που δηλώνουν ξένες προς το μαρξισμό, αλλά και μιας άλλης, υποδόριας αντίληψης, σύμφωνα με την οποία ο πολιτικός αγώνας είναι μια πρακτική, άμεσα αναγνωρίσιμη υπόθεση, για την οποία η θεωρητική ανάλυση είναι περίπου περιττή πολυτέλεια. Ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους διαφορές, μ’ αυτή τη λογική χτίστηκε η ΕΔΑ, πολύ αργότερα ο ΣΥΝ, αλλά και τελευταία ο ΣΥΡΙΖΑ.
Υπάρχει κάποιο πρόβλημα σε σχέση μ’ αυτό: Φοβάμαι ότι το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο από το ότι άθελά μας, εκχωρήσαμε στον κληρονόμο της σταλινικής παράδοσης το δικαίωμα να εμφανίζεται ως ο μοναδικός και αδιαφιλονίκητος εισηγητής της μαρξιστικής θεωρίας. Πρόκειται μάλλον για το ότι μπροστά στα μεγάλα κομβικά προβλήματα του κράτους, του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, της κρίσης, βρεθήκαμε χωρίς πυξίδα. Για να το διατυπώσω διαφορετικά, βεβαίως δεν έχει νόημα να συναγωνιζόμαστε το ΚΚΕ στο ποιος θα χρησιμοποιεί την πιο προχωρημένη μαρξιστική ή μαρξίζουσα ορολογία σ’ ένα δημόσιο διάλογο. Αν όμως μας ενδιαφέρει να αντιμετωπίσουμε την πολιτική όχι ως μια σύγκρουση κομμάτων για την υφαρπαγή ψήφων, αλλά ως μια σύγκρουση που αναπαράγει το χωρισμό της κοινωνίας σε αντίπαλα «στρατόπεδα», μια σύγκρουση επομένως που δεν αφορά την «πολιτική σκηνή», αλλά την ίδια της κίνηση της κοινωνίας, η «συνάντησή» μας με τη μαρξιστική θεωρία, και τελικά η υπέρβαση αυτής της ελάχιστης πολιτικής ενότητας, στην κατεύθυνση μιας ενότητας με ιδεολογικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά, είναι μια επείγουσα ανάγκη.
Χρήστος Βαλλιάνος