Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΤΕ.....



Ακολουθεί κείμενο του Χρήστου Βαλλιάνου για τον ΟΤΕ, που αποτελεί κριτική τόσο για την συμφωνία με την DT όσο και για την επιχειρηματολογία και τον "επίσημο" λόγο της αριστεράς για τέτοιου είδους ζητήματα. Το κείμενο αυτό αποτελεί, επίσης, ένα είδος "εισήγησης" για την συνάντηση εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ ΑΓ. Παρασκευής την Δευτέρα 19/5.

Για μια ακόμα φορά, η «αριστερή» (στα πρότυπα του ΚΚΕ, δυστυχώς…) φρασεολογία βγαίνει από το συρτάρι για να καλύψει πολιτικά ελλείμματα και ιδεολογικές αγκυλώσεις.
Με την υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης του μάνατζμεντ του ΟΤΕ στην DT οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ (Στρατούλης , Λαφαζάνης, κλπ) ανταγωνίζονται την λοιπή αντιπολίτευση σε πλειοδοσία καταγγελιών του στυλ «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου της χώρας», «μέγιστο εθνικό έγκλημα», «εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας», φτάνοντας μέχρι το «πωλείται η Ελλάς»…
Βεβαίως, οι εκπρόσωποι μας εκφράζουν το γενικό αίσθημα αντίθεσης στη συμφωνία του δημοσίου με την DT. Και κάνουν πολύ καλά. Η αριστερά οφείλει να καταγράψει τη ριζική της αντίθεση σ’ αυτή τη συμφωνία, όπως και σε κάθε σύμβαση εκχώρησης δημόσιας περιουσίας (ή δικαιώματος εκμετάλλευσης δημόσιας περιουσίας) σε ιδιώτες. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα έγκειται στην ίδια την επιχειρηματολογία και τις αποσιωπήσεις της.
Κατ’ αρχήν η μονότονη προσφυγή στη χρήση του όρου «ξεπούλημα» παραπέμπει σε σκανδαλολογία και σε μια συζήτηση περί αδιαφάνειας από την οποία η αριστερά δεν έχει να αποκομίσει κανένα όφελος. Και πέραν αυτού, υποβάλλει την ιδέα ότι αν η Κυβέρνηση δεν «ξεπουλούσε» αλλά διαπραγματευόταν την πώληση στην πραγματική της αξία θα μπορούσαμε και να το συζητήσουμε (λογική ΠΑΣΟΚ). Για να μην αναφέρουμε τίποτα για την ιδεολογική κληρονομιά (όχι μόνο Πασοκική…) που θέλει την εκάστοτε κυβέρνηση να ενδίδει στις πιέσεις των ξένων και να υπογράφει αποκλειστικά «αποικιακές συμβάσεις»…
Και αν το «ξεπούλημα» δικαιολογείται (εν μέρει) από τις ανάγκες της αντιπολιτευτικής ρητορικής, πώς να δικαιολογήσουμε τις αποσιωπήσεις; Γιατί κανείς δεν αναφέρει το γεγονός ότι επί της ουσίας (αν όχι και τυπικά) ο ΟΤΕ είναι ήδη μια ιδιωτική (μη δημόσια) επιχείρηση, και δεν διαφέρει σε τίποτα από τις άλλες επιχειρήσεις του κλάδου των τηλεπικοινωνιών (εκτός βέβαια από το μέγεθος), αφού
• η όλη λειτουργία του αποσκοπεί στην μεγιστοποίηση των κερδών του: οι επενδυτικές και άλλες αποφάσεις λαμβάνονται με αυτό και μόνο το κριτήριο
• οι εργασιακές σχέσεις στο εσωτερικό του χαρακτηρίζονται από την ίδια πλέον ανασφάλεια με αυτή που βιώνουν οι εργαζόμενοι των άλλων ανταγωνιστών του
• οι διαδικασίες προμηθειών κλπ χαρακτηρίζονται από την ίδια (αν όχι και μεγαλύτερη) αδιαφάνεια με αυτή που γνωρίζουμε οπουδήποτε αλλού στον ιδιωτικό τομέα
• το αυταρχικό στυλ διοίκησης, η ανοιχτή εχθρότητα απέναντι σε κάθε συνδικαλιστική παρέμβαση, η προώθηση ενός είδους εργατοπατερικού συνδικαλισμού, το άνοιγμα της πυραμίδας των αμοιβών μεταξύ κατώτερων υπαλλήλων και διευθυντικών στελεχών είναι πανομοιότυπα με αυτά των ιδιωτικών εταιρειών
• και βέβαια, οι διαδοχικές εξαγορές τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων γειτονικών κρατών γίνονται με τον ίδιο αυτονόητο τρόπο με τον οποίο η οποιαδήποτε πολυεθνική μπορεί να μεταφέρει τα κεφάλαιά της ξεπερνώντας τα εμπόδια των εθνικών συνόρων, σαν να πρόκειται για την κάλυψη ενός απομακρυσμένου νησιού της ελληνικής επικράτειας.

Ο ΟΤΕ είναι προ πολλού μια ιδιωτική επιχείρηση, ή για να το πούμε ορθότερα, είναι μέρος του κοινωνικού κεφαλαίου μιας χώρας όπως η Ελλάδα, που συγκλίνει προς τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και επομένως λειτουργεί με τους νόμους που κατευθύνουν την κίνηση αυτών των κεφαλαίων (στρατηγικές συνεργασίες, αμοιβαίες εξαγορές με εταιρείες τεχνολογικά ισοδύναμες, διείσδυση σε νέες αγορές, κλπ). Το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να αποκρύβει αυτή την πραγματικότητα και να μιλάει για «στρατηγικής σημασίας κερδοφόρα επιχείρηση κλπ». Όταν όμως και εμείς αποσιωπούμε το γεγονός ότι ο ΟΤΕ δεν είναι πια η δημόσια εταιρεία που κάποτε γνωρίσαμε και ταυτόχρονα να διεκδικούμε να παραμείνει υπό «δημόσιο έλεγχο» (λες και η διοίκηση του όποιου Βουρλούμη μπορεί να εγγυηθεί κάτι καλύτερο για τους εργαζόμενους του ΟΤΕ ή για τους πολίτες που πληρώνουν τις υπηρεσίες του) όχι μόνο ταυτιζόμαστε ουσιαστικά με το ΠΑΣΟΚ, αλλά και χάνουμε την αξιοπιστία μας. Πώς μπορεί να υποστηρίζει κανείς τις επενδύσεις του ΟΤΕ σε όλες τις βαλκανικές χώρες και ταυτόχρονα να είναι αντίθετος με την εφαρμογή της ίδιας πολιτικής στην Ελλάδα από την DT; Και βέβαια, πώς μπορούμε να πείσουμε ότι οι διαφορές μας με το ΠΑΣΟΚ είναι τέτοιες που αποκλείουν κάθε ιδέα για κυβερνητικές συνεργασίες όταν σ’ ένα τέτοιο σημαντικό θέμα δεν έχουμε να πούμε τίποτα στοιχειωδώς διαφορετικό;

Λοιπόν; Ναι, είμαστε αντίθετοι με τη συμφωνία με την DT, όχι γιατί δήθεν η Κυβέρνηση ξεπουλάει τον εθνικό πλούτο της χώρας στο ξένο πολυεθνικό κεφάλαιο, αλλά γιατί ως αριστερά διεκδικούμε ένα άλλο ρόλο για τις κατ’ όνομα δημόσιες επιχειρήσεις. Διεκδικούμε τον κοινωνικό εκείνο έλεγχο που θα διασφαλίσει την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών ΣΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥΣ, με αξιοπιστία, με κοινωνική ιεράρχηση, με κατοχύρωση του απαραβίαστου των προσωπικών δεδομένων, με εργασιακές σχέσεις που θα αναπτύσσουν τη συνεργασία και τις δημιουργικές δυνατότητες των εργαζομένων, με την αποχή από γκρίζες κερδοφόρες δραστηριότητες , όπως βέβαια και από κάθε εξαγορά τηλεπικοινωνιακών ή άλλων οργανισμών του εξωτερικού. Όχι γιατί το κέρδος είναι αμαρτία που πρέπει να ξορκίσουμε με προσευχές στον Μαρξ, αλλά γιατί είναι ασύμβατο με τον διαφορετικό κόσμο για τον οποίο παλεύουμε.

Χρ. Βαλλιάνος

3 σχόλια:

kristo είπε...

Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, ψάχνω για να βρώ προσθήκες και διορθώσεις, αλλά δεν το νομίζω!
Τα υπόλοιπα το απόγευμα δια ζώσης!
ΣΝΤΡΦΚ, Χρήστος Παπαθανασίου.

Ανώνυμος είπε...

Πριν από ένα περίπου μήνα μια μικρή ομάδα του αντιεξουσιαστικού χώρου κυκλοφόρησε στο κέντρο της Αθήνας κάποιες αφίσες με το σύνθημα «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, την έχει ήδη κατακτήσει το ελληνικό κεφάλαιο». Παρά το εμφανώς υπερβολικό μιας τέτοιας «τοποθέτησης», βρήκα το σύνθημα αυτό πολιτικά εύστοχο και ευρηματικό. Γιατί κατορθώνει μέσα σε ελάχιστες λέξεις να δείξει τη διασύνδεση μεταξύ αυτών που θεωρούνται εθνικά δίκαια (και που επομένως θα έπρεπε να κινητοποιούν όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες) και των κοινωνικών ανταγωνισμών που κρύβονται κάτω από τις ρητορείες περί εθνικού συμφέροντος. Κάνει δηλ. αυτό που θα όφειλε να κάνει η Αριστερά: να μεταθέσει το διάλογο από το πεδίο της εθνικής ομοψυχίας και συναίνεσης στο πεδίο της ανάλυσης των υπαρκτών κοινωνικών αντιθέσεων και της σύγκρουσης υλικών – κοινωνικών συμφερόντων, στο πεδίο που θεωρητικά, είναι η αρμοδιότητά της.
Είναι πραγματικά μελαγχολικό να διαπιστώνει κανείς ότι από το χώρο της Αριστεράς όχι μόνο δεν επιχειρείται αυτή η μετάθεση, αλλά συχνά ακολουθείται η αντίστροφη πορεία: οι αντιπαραθέσεις γύρω από το κοινωνικό αναβαθμίζονται σε εθνικού χαρακτήρα συγκρούσεις και περιγράφονται με τους όρους και την επιχειρηματολογία μιας προσέγγισης μάλλον εθνικιστικής και σαφώς όχι αριστερής. Στην πρόσφατη περίπτωση της συμφωνίας για τον ΟΤΕ είδαμε πόσο εύκολα η κριτική της αριστεράς μπόρεσε να εκφραστεί από το λαϊκής έμπνευσης «οι γερμανοί ξανάρχονται». Ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ειρωνεύτηκε τον Αλογοσκούφη μιλώντας του στα γερμανικά (!) και σε αντίστοιχο μήκος κύματος κινήθηκαν πλείστα όσα σχόλια στην Αυγή και το Κόκκινο. Δεν ξέρω πόσο συνειδητά γίνεται αυτό, πιστεύω όμως ότι πρόκειται για την εκμετάλλευση του πατριωτικού αισθήματος του απλού κόσμου, αλλά και των αντικατοχικών αντανακλαστικών προκειμένου να υποστηριχτεί η άποψη ότι ο εθνικός πλούτος περνάει σε «ξένα χέρια», η χώρα εξελίσσεται σε «μπανανία της Ευρώπης» (Αυγή, 18/5) από μια Κυβέρνηση που κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί κυβέρνηση δωσίλογων. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί κάθε φορά που θέλουμε να υψώσουμε τους τόνους της αντιπαράθεσης με την Κυβέρνηση πρέπει να καταφεύγουμε στο συγκαλυμμένο ή τον απροκάλυπτο εθνικισμό (έστω τον «αριστερό» εθνικισμό του τύπου «όχι στους ξένους πάτρωνες»). Δεν φτάνει το «όχι στην νομιμοποίηση της κερδοσκοπίας στη σφαίρα της παραγωγής και διανομής των δημόσιων αγαθών»;
Και μια παρατήρηση σε σχέση με την «παράδοση εθνικού πλούτου στο ιδιωτικό κεφάλαιο» (και πάλι από την Αυγή, 18/5). Αν συνεχίζει να έχει κάποιο νόημα η αναφορά μας στα γραφτά του γέρο-Μαρξ, να θυμίσω ότι στο έργο του πουθενά δεν γίνεται λόγος για ιδιωτικό κεφάλαιο. Ο Μαρξ αναφέρεται στην αντίθεση μεταξύ ατομικού και συλλογικού κεφαλαίου. Και όχι τυχαία: Το κεφάλαιο δεν είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας των μετοχών μιας επιχείρησης, που μπορεί να ανήκουν στην κυριότητα του χ κεφαλαιοκράτη ή του κράτους, αλλά η ίδια η κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης (και κυριαρχίας επί) της μισθωτής εργασίας. Και γι’ αυτό το λόγο, μια επιχείρηση που λειτουργεί με όλους τους κανόνες της αγοράς και τα κριτήρια του κέρδους είναι ατομικό κεφάλαιο ακόμα κι’ όταν είναι υπό κρατική ιδιοκτησία.
ΧΒ

RAVEIONIST είπε...

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο ΟΤΕ παρόλο το σχετικό δούναι και λαβείν συνεχίζει και είναι ελληνικός. Έστω και με "Γερμανικό Μάνατζεμεντ" συνεχίζει και λειτουργεί μέσα στην ελληνική οικονομία, συνεχίζει και εξυπηρετεί ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, λειτουργεί κάτω από το ελληνικό νομικό πλαίσιο, τα όποια κέρδη του ακολουθούν τους όρους συσσώρευσης και τα μέσα ποσοστά της κερδοφορίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και κυρίως οι εργαζόμενοι του (η άλλη, η ξεχασμένη πλευρά της κεφαλαιακής σχέσης) παίρνουν ελληνικότατους μισθούς (μακάρι να πέρναν γερμανικούς μισθούς).
Τα ερώτηματα λοιπόν στα οποία πρέπει να απαντήσει η αριστερά είναι, ποιούς ντόπιους παράγοντες ισχυροποιεί αυτή η αγοραπωλησία; πως ενισχύει τους όρους της κερδοφορίας; τι σημαίνει για τους εργαζόμενους του ΟΤΕ αλλά και για όλους τους εργαζόμενους; πως επιδρά στην αγορά εργασίας; πως μετατρέπει τα δημοσιονομικά μεγέθη και αυτά με τι σειρά τους πως επιδρούν στις συνολικές μακροοικονομικές (δηλαδή συνολικά αστικές πολιτικές;). Να δώσω μια προκλητική απάντηση. Αν η αγοραπωλησία του ΟΤΕ από κάποιο ξένο οίκο η fund η κρατική επιχείρηση η πολυεθνικό όμιλο σήμαινε πως αλλάζει δραστικά το πλαίσιο της αγοράς εργασίας και ξαφνικά αποκτούσαμε μισθούς και συνθήκες εργασίας Γερμανικούς η ακόμα καλύτερα Σκανδιναυικούς, ε τότε τι προτιμάμε τον γερμανό κύριο Φριτζ η τον δικό μας τον πολύ έλληνα κο Βγενόπουλο; Εγώ θα διάλεγα ανεπιφύλακτα τον πρώτο.