Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Η κατασκευή της συναίνεσης στην Ελλάδα του Μνημονίου


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://smyrnaios.net/archives/801

Η κατασκευή της συναίνεσης στην Ελλάδα του Μνημονίου

06/03/2012
By Νiκος
Το 1922 ο Walter Lippmann επινόησε την «κατασκευή της συναίνεσης». Η έννοια αυτή περικλείει όλο τον διανοητικό, τεχνολογικό και οικονομικό εξοπλισμό που συμμετέχει στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Τα ΜΜΕ, η διαφήμιση, το μάρκετινγκ, οι ειδικοί με δημόσιο βήμα, οι πολιτικοί αποτελούν κομμάτια αυτής της μηχανής.
Η κατασκευή της συναίνεσης, σύμφωνα με τον Lippmann, είναι απαραίτητη για τη διακυβέρνηση των σύγχρονών κοινωνιών γιατί, σε αντίθεση με την άμεση δημοκρατία, η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει διαμεσολάβηση μεταξύ του λαού και των κυβερνώντων.
Εξήντα έξι χρόνια αργότερα ο Edward S. Herman και ο Noam Chomsky οικειοποιήθηκαν την έννοια στο βιβλίο τουςManufacturing Consent.
Κάνοντας μια ανάλυση της μαζικής επικοινωνίας υπό το πρίσμα της πολιτικής οικονομίας, έφτασαν στο συμπέρασμα ότι τα κυρίαρχα ΜΜΕ τείνουν να διαμορφώνουν την συναίνεση προς την κατεύθυνση που ευνοεί το ίδιο το οικονομικό και πολιτικό τους όφελος και όχι αυτό της κοινωνίας.
Η τηλεόραση ως μηχανή κατασκευής συναίνεσης
Η ελληνική τηλεόραση αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιας τέτοιας διαστροφής της δημόσιας σφαίρας.
Όπως είναι πλέον γνωστό και διαπιστωμένο επιστημονικά (βλέπε βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου), η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση αποτέλεσε τα τελευταία είκοσι χρόνια όχημα ενδυνάμωσης και περίπλεξης των δεσμών αλληλεξάρτησης μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής ελίτ του τόπου.
Η χρήση της τηλεόρασης ως μέσο πίεσης προς το πολιτικό προσωπικό επέτρεψε στους ιδιοκτήτες της να συγκεντρώσουν πλούτο και επιρροή.
Ως αντάλλαγμα για την προβολή και την ευνοϊκή μεταχείριση που εξασφάλισαν, οι πολιτικοί των κομμάτων εξουσίας εκχώρησαν στους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών προνόμια, δημόσια έργα, προμήθειες, “ειδικές” ρυθμίσεις κλπ.
Παράλληλα, η τηλεόραση κατά πρώτο λόγο, αλλά και ο τύπος και δη ο περιοδικός (βλέπε περίπτωση Κωστόπουλου), κατασκεύασαν συναίνεση γύρω από το μύθο της “ισχυρής Ελλάδας” της υπερκατανάλωσης.
Αυτός ο μύθος από τη μία εξυπηρετούσε τους κύριους χρηματοδότες των ΜΜΕ – δηλαδή τους διαφημιστές και τους διαφημιζόμενους – εξάπτοντας την καταναλωτική μανία των Ελλήνων και από την άλλη ενδυνάμωνε την πολιτική καθεστηκυία τάξη.
Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα για τα κυρίαρχα ΜΜΕ
Σήμερα, μετά τον κατακλυσμό της κρίσης, οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων ΜΜΕ τάσσονται αναφανδόν υπέρ των μέτρων της Τρόικας και την κυβέρνησης. Στην προσπάθεια τους να διασωθούν, υιοθετούν τη ρήση “νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα”.
Η κατασκευασμένη συναίνεση δεν περιέχει πια “ισχυρή Ελλάδα” αλλά έναν εκβιασμό που συνοψίζεται στο εξής δίλημμα: η ελληνική κοινωνία πρέπει να δώσει τη συγκατάθεση του σε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών, αλλιώς θα υποστεί το σοκ της χρεοκοπίας και της γενικευμένης εξαθλίωσης.
Οι μέθοδοι της προπαγάνδας είναι γνωστές και έχουν χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν.
Κάθε βράδυ εδώ και δυο χρόνια οι τηλεθεατές βομβαρδίζονται με έναν ορυμαγδό πληροφοριών υπό μορφή ακαταλαβίστικης νόβλανγκ(CDS, Euribor, ομόλογα, κούρεμα, spreads, Fitch, Moody’s, hedge funds, PSI, FSI κλπ.).
Οι αντιφατικές δηλώσεις από απόκρυφους οικονομικούς αναλυτές, υπαλλήλους των Βρυξελλών και λοιπούς Ευρωπαίους πολιτικάντηδες διαδέχονται η μία την άλλη.
Το μέλλον της χώρας κρέμεται κάθε τόσο από τα χείλη του Σόιμπλε, του Μπαρόζο, της Λαγκάρντ και του κάθε τυχάραπαστου Τροϊκανού.
Αυτός ο πληθωρισμός της πληροφόρησης παρουσιάζεται χωρίς σύνδεση, εξήγηση ή εμβάθυνση με σκοπό να προκαλέσει σύγχυση, ψυχολογική πίεση και τελικά παραίτηση από κάθε προσπάθεια του κοινού να κατανοήσει το τι ακριβώς συμβαίνει.
Η στρατηγική του φόβου
Παράλληλα, σαν σενάριο χολυγουντιανής ταινίας δράσης, οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό. Η αγωνία κορυφώνεται πριν από τα Eurogroup της “τελευταίας ευκαιρίας”.
Μετά από κάθε έγκριση νέου “σχεδίου διάσωσης” επέρχεται προσωρινή ανακούφιση, που όμως συνοδεύεται πάντα από επίπονα μέτρα κι άλλα Eurogroup και άλλα σχέδια διάσωσης…Κι έτσι η πολυπόθητη κάθαρση για τον κεντρικό ήρωα, δηλαδή τον Έλληνα πολίτη, παραμένει μετέωρη.
Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής του φόβου φαίνεται από την αύξηση της τηλεθέασης των ενημερωτικών εκπομπών και των δελτίων ειδήσεων.
Έχοντας απορριφθεί από μεγάλο κομμάτι της νεολαίας και των πολιτών με υψηλή μόρφωση, τα προγράμματα αυτά έχουν τεράστια διείσδυση στα κοινωνικά στρώματα με το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και στους ηλικιωμένους.
Με άλλα λόγια, ο πληθυσμός που εξαρτάται περισσότερο από την τηλεόραση για την ενημέρωση του είναι και ο περισσότερο ευάλωτος στην χειραγώγηση του μέσου.
Η κάλυψη του κοινωνικού κινήματος
Την ίδια στιγμή το κοινωνικό κίνημα αντίστασης στα μέτρα είτε διαβάλλεται και λοιδορείται συστηματικά, είτε εκθειάζεται πατερναλιστικά για να χειραγωγηθεί ευκολότερα (βλέπε κίνημα της πατάτας).
Το σημείο καμπής σε ότι αφορά την κάλυψη του κοινωνικού κινήματος από την τηλεόραση ήταν ο Μάης του 2011.
Μέχρι τότε, κάθε διαδήλωση ή άλλη μορφή αντίστασης είτε αποσιωπούνταν εντελώς από τα κανάλια, είτε παρουσιαζόταν ως αρχαϊκή και λαϊκιστική ανωμαλία, είτε καταδικάζονταν ως δημιούργημα των “κουκουλοφόρων”.
Όμως η δύναμη του κινήματος των Αγανακτισμένων αλλά και ηαυξανόμενη κριτική όλο και μεγαλύτερης μερίδας του κοινού προς τα ΜΜΕ, ανάγκασε τους ταγούς της καθεστωτικής δημοσιογραφίας να αλλάξουν γραμμή.
Πλέον, οι τηλέαστέρες δηλώνουν την κατανόηση τους ως προς την αγανάκτηση του κοινωνικού σώματος. Διαπιστώνουν επίσης τον άδικο και επιζήμιο χαρακτήρα των μέτρων που επιβάλλονται.
Αφού λοιπόν εκφράσουν την “αλληλεγγύη” τους στα “νοικοκυριά και τους συνταξιούχους οι οποίοι “πλήττονται βάναυσα”, καταλήγουν στην υποστήριξη των μέτρων της Τρόικας και της κυβέρνησης αφού “δεν υπάρχει εναλλακτική λύση” !
Η δημοσιογραφική ελίτ στην υπηρεσία των ισχυρών
Μάλιστα η ταύτιση των κυρίαρχων ΜΜΕ με τις επιταγές των δανειστών είναι τέτοια που ένα πιο επιφανή μέλη της δημοσιογραφικής ελίτ, ο Παντελής Καψής, είναι πλέον κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Σε ένα ιδεατό στιγμιότυπο της ελληνικής τηλεόρασης ο Παντελής Καψής θα δεχόταν τις επίμονες ερωτήσεις του αδελφού του Μανώλη στα τηλεοπτικά παράθυρα σχετικά με την κυβερνητική πολιτική.
Από την πλευρά τους οι αυστηροί σχολιαστές του Σκάι και του Αντέννα ζητούν την άμεση πάταξη και του τελευταίου φοροφυγά. Αποφεύγουν όμως να εξηγήσουν γιατί οι ιδιοκτήτες των εκδοτικών συγκροτημάτων στα οποία εργάζονται, με την ιδιότητα του εφοπλιστή, επωφελούνται από 56 κατοχυρωμένες φοροαπαλλαγές.
Οι εισαγγελείς του Μεγάλου καναλιού καταδικάζουν την σπατάλη κρατικού χρήματος. Δεν λένε όμως ότι οι μισθοί τους πληρώνονταιχάρη στα κέρδη των αφεντικών τους από δημόσια έργα και προμήθειες.
Βέβαια όλοι οι τηλεαστέρες δεν βρίσκονται στο πλευρό της Τρόικας. Πολλοί από αυτούς εξελίσσονται σε “όψιμους αντιστασιακούς” υιοθετώντας ένα λαϊκιστικό και ψευδοπατριωτικό λόγο αντίστασης στους “ξένους κατακτητές”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γιώργος Τράγκας.
Από τη μία κηρύσσει ανένδοτο πόλεμο ενάντια στη Μέρκελ και σε όλους αυτούς που ποδοπάτησαν την εθνική του υπόσταση. Από την άλλη αποσιωπεί ότι για χρόνια εισέπραττε εκατομμύρια ευρώ κρατικής διαφήμισης από την κυβέρνηση ΝΔ ως ανταμοιβή για την υποστήριξη του.
Η κρίση ευκαιρία για μια άλλη δημοσιογραφία;
Οι αντιδράσεις των μεγαλοδημοσιογράφων και των εκδοτών γίνονται ακόμη πιο σπασμωδικές από τη στιγμή που νιώθουν να χάνουν τον έλεγχο που ασκούσαν και στη μάζα των απλών δημοσιογράφων με πιέσεις, εκβιασμούς αλλά και υλικά ανταλλάγματα.
Εν μέσω απολύσεων, μειώσεων μισθών (όταν και όπου αυτοί δίνονται) και κλεισίματος επιχειρήσεων, εκατοντάδες εργαζόμενοι στα ΜΜΕ ριζοσπαστικοποιούνται και αυτονομούνται. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτά του Άλτερ και της Ελευθεροτυπίας.
Όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί έρχονται να ενισχύσουν εναλλακτικές μορφές ενημέρωσης: ιστολόγια, κοινωνικά δίκτυα, ανεξάρτητοι ενημερωτικοί ιστότοποι, διαδικτυακά ραδιόφωνα, νεόκοπα περιοδικά, απεργιακά φύλλα εφημερίδων…
Μέσα στον καταιγισμό της κρίσης οι ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσες που συνδυάζουν την δημοσιογραφία των πολιτών με αυτή των επαγγελματιών πολλαπλασιάζονται.
Μια νέα δημόσια σφαίρα αναδύεται σταδιακά. Με δυσκολίες, προβλήματα, αδυναμίες αλλά με όρεξη δημιουργικότητα και ταλέντο εκατοντάδες ενεργοί πολίτες προσπαθούν να κατασκευάσουν μια νέα συναίνεση.
Μια συναίνεση από τα κάτω στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος και της αλήθειας.
Βιβλιογραφία
Chalkia Angélique, « De la presse et de ses journalistes en Grèce contemporaine », Les Cahiers du journalisme, No 8, décembre 2000.
Anagnostou Dia, Psychogiopoulou Evangelia et Kandyla Anna, Does media policy promote media freedom and independence? The case of Greece, Hellenic Foundation for European and Foreign Policy (ELIAMEP).
Reporters Sans frontières, “Ελλάδα: H κρίση, μία ευκαıρία γıα τον τύπο;“, Σεπτέμβριος 2011.
Smyrnaios Nikos, « Quelle règlementation pour les médias en Europe ? Le cas de la loi d’application dite de « l’actionnaire principal » en Grèce », Les Enjeux de l’information et de la communication, 21 septembre 2005.
Vovou Ioanna, « Histoire politique de la télévision en Grèce », Le Temps des médias, 2006/1, n° 6.
Λέανδρος Νίκος, Πολιτική οικονομία των ΜΜΕ. Η αναδιάρθρωση της βιομηχανίας των μέσων στην εποχή της πληροφοριακής επανάστασης, Καστανιώτης, Αθήνα, 2000.
Σμυρναίος Νικος, 2010, « Οικονομική συγκέντρωση και θεσμικό πλαίσιο στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση » στο Βώβου Ιωάννα (διεύθυνση), Ο κόσμος της τηλεόρασης : θεωρία, ανάλυση προγραμμάτων και ελληνική πραγματικότητα, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα, σελ. 141-174.

Ντοκιμαντέρ εμπνευσμένο από το βιβλίο των Herman & Chomsky

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Φώτης Τερζάκης - Εγκληματικό κράτος, εγκληματική κοινωνία



Την ώρα που στην πλατεία Συντάγματος ένα εντυπωσιακό πλήθος ρίχνει τη σκιά του στο απέναντι κτήριο της Βουλής ζητώντας τρόπους να αρθρώσει την αγωνία και την οργή του, στις γειτονιές της πόλης κλιμακώνεται ένα αποτρόπαιο έγκλημα εναντίον μεταναστών και ξένων. Φασιστικές συμμορίες επιτίθενται με βιαιότητα που μπροστά της ωχριά κάθε προηγούμενο, καταδιώκουν και τρομοκρατούν ανθρώπους στον δρόμο, πυρπολούν αυτοσχέδια τζαμιά, αδειάζουν νυχτερινούς συρμούς του  ηλεκτρικού από τους ξένους και τους ξυλοκοπούν στις αποβάθρες, σκοτώνουν: ο μαχαιρωμένος μπαγκλαντεσιανός στον κάδο των σκουπιδιών (δεν θα μάθουμε ποτέ τ’ όνομά του – ποιος σκοτίζεται καν για την αθωότητά του;) είναι μόνο η κορυφή της φρικωδίας που ξαναπαίζει στους δρόμους τής Αθήνας του 2011 σκηνές τής Βαϊμάρης του 1931.

            Θα ήταν αφέλεια να περιμένουμε από τις δυνάμεις καταστολής να εμποδίσουν την ανερχόμενη νεοναζιστική βία – είναι γνωστές, και παροιμιώδεις, οι σχέσεις τους με τα ακροδεξιά φυτώρια του εγκλήματος, που ήταν πάντοτε στην Ελλάδα συγκοινωνούντα δοχεία… Το πράγμα βεβαίως ξεκινάει από ψηλότερα, την «αδυναμία» και την «παθητικότητα» της κυβέρνησης, όπως λένε – που αποδεικνύεται πολύ πιο ενεργητική απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται… Εκείνο όμως που γίνεται κρίσιμος καταλύτης γι’ αυτή την παροξυσμική κλιμάκωση της ακροδεξιάς δολοφονικότητας είναι το ότι τα ανακλαστικά του πλήθους, του λεγόμενου «μέσου πολίτη», έχουν γίνει καλός αγωγός γι’ αυτήν· το ότι το μίσος και τυφλότητα έχουν γίνει δεύτερη φύση του περιπτερά, του ταξιτζή, του μαγαζάτορα, του απολυμένου, αυτών των αιωνίως αθώων και ξεγελασμένων που πάντα η ιστορία παίζεται πίσω από την πλάτη τους, επειδή ακριβώς δεν θέλουν ποτέ να την ξέρουν.
            Η αφορμή για τούτο το νέο, αποφασιστικό βήμα προς την άβυσσο στάθηκε η δολοφονία ––στυγερή, αναμφίβολα–– ενός νέου άνδρα νωρίς το πρωί σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να πάει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στην κλινική, από τρεις αγνώστους αλλοδαπούς για να του κλέψουν μια βιντεοκάμερα. Οι πραγματολογικές λεπτομέρειες φορτίζουν με ασυνήθιστο συναισθηματικό φορτίο το γεγονός, που συσκοτίζει ακόμα περισσότερο την κρίση. Σε αντίθεση με τον ανώνυμο μπαγκλαντεσιανό, αυτός έχει όνομα, το ακούσαμε από την πρώτη στιγμή: και μέσα στον νωθρό κι εμβρυώδη εγκέφαλο του πλήθους σχηματίζεται η θανατηφόρα εξίσωση που ζητάει αίμα, όσο το δυνατόν περισσότερο αίμα, εγχρώμων.

            Οι άνθρωποι φοβούνται, μόνο που δεν ξέρουν τί ακριβώς… Όποιος απλώς φοβάται σπανίως είναι σε θέση να υποδείξει ποιο είναι το αντικείμενο του φόβου του, ούτε καν αν υπάρχει τέτοιο αντικείμενο· όποτε ο φόβος υπαγορεύει πολιτική, ένας φύρερ καραδοκεί στο τέλος του δρόμου. Οι δείκτες της εγκληματικότητας (όπως και των αυτοκτονιών άλλωστε) ανεβαίνουν δραματικά τα χρόνια που ζούμε, είναι αλήθεια, στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ποιος είναι όμως υπεύθυνος γι’ αυτό; Οι μετανάστες μήπως; Ειδεχθή εγκλήματα γίνονται πάντα από καιρού εις καιρόν, το να προβληθούν όμως οι ευθύνες του ατομικού εγκλήματος σε μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων συνιστά άγρια παράνοια, της οποία τα τελευταίας μαζικά δείγματα είδαμε ακριβώς στην αντισημιτική λύσσα της Ευρώπης που οδήγησε στα στρατόπεδα θανάτου. Ακόμη κι αν η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί ανησυχητικά, όλες οι διαθέσιμες στατιστικές που κατά καιρούς έρχονται στο φως δεν μαρτυρούν υψηλότερη συμμετοχή αλλοδαπών από το ποσοστό τους στον συνολικό πληθυσμό. Άρα; Άρα ο τρομοκρατημένος πληθυσμός διαλέγει να προβάλει σ’ αυτούς τούς πιο ανορθολογικούς φόβους του, μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικοί, λιγότερο ικανοί ν’ αντιδράσουν, πιο εύκολα θύματα. Το ανορθολογικό μίσος για τη διαφορετικότητα (φυλετική, πολιτισμική, θρησκευτική, σεξουαλική) είναι το καθαρό περίσσευμα σε αυτή τη θανατηφόρα εξίσωση, το τυφλό ανακλαστικό τού «εάν υποφέρω κάποιος πρέπει να πληρώσει, και θα πληρώσει αυτός που είναι του χεριού μου!».
 
            Αλλά είναι βέβαια και φτωχός. Αν οι πλέον φτωχοί και οι πλέον εξαθλιωμένοι ανάμεσα στους μετανάστες είναι το συχνότερο φαντασιωσικό αντικείμενο των φόβων, και συχνότερος αποδέκτης των παρανοϊκών αντιποίνων, είναι όχι τόσο βάσει της εύλογης εκτίμησης πως η φτώχια κι η εξαθλίωση αυξάνει τις πιθανότητες παραβατικής συμπεριφοράς ––αυτό θα ήταν μία βαθμίδα ορθολογικότερο–– όσο επειδή ενσαρκώνουν στα μάτια των ανθρώπων εκείνο που πράγματι τρέμουν πιο πολύ: το ενδεχόμενο να γίνουν οι ίδιοι σαν εκείνους, μια δυνητική εικόνα του εαυτού τους που πασχίζουν να εξορκίσουν. Ένας πρωτόγονος τρόπος να εξορκίσεις την απειλή της κοινωνικής εξαθλίωσης, είναι να εξοντώνεις τους εξαθλιωμένους που στην θυμίζουν.
            Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω εδώ ότι δεν είναι όλοι οι μετανάστες εξαθλιωμένοι, ότι υπάρχει τεράστιος αριθμός απ’ αυτούς που είναι κανονικότατα ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία ––η οποία ποτέ ωστόσο δεν τους παραχώρησε αυτό που οιαδήποτε τυπικά δημοκρατική κοινωνία θα όφειλε–– και ότι απειλούνται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από το φάσμα της μαζικής εξαθλίωσης και από την αυξανόμενη εγκληματικότητα κάθε είδους… Διότι από το πόσο θα καταλάβουμε ποια είναι η πραγματική απειλή, εξαρτάται η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό». Ποιος λοιπόν καταδικάζει ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού που τυχαίνει να ζει στην ελληνική επικράτεια στη βιοτική ανασφάλεια και στη φτώχεια, στην κατακόρυφα αυξανόμενη ανεργία, στην περιθωριοποίηση και τον διερυνόμενο αποκλεισμό; Ποιος λεηλατεί την κοινωνία από τ’ αναγκαία για μιαν αξιοπρεπή διαβίωση προκειμένου να υποβοηθήσει την ανελέητη συσσώρευση του πλούτου, οδηγώντας την με μαθηματική ακρίβεια σε εμφύλιο πόλεμο; Η απάντηση είναι ήδη προφανής: το ελληνικό κράτος. Το ελληνικό κράτος είναι ο αυτουργός όλων των ειδεχθών εγκλημάτων που τραυματίζουν το σώμα της κοινωνίας, καθώς και του παραλυτικού φόβου που επισπεύδει τα διάλυση του κοινωνικού ιστού – και όχι μόνον αρνητικά, επειδή δεν έκανε ό,τι θα χρειαζόταν για να τα αποτρέψει, αλλά προπαντός θετικά, επειδή κάνει όλα όσα χρειάζονται για να βυθίσουν την κοινωνία στο είδος της απελπισίας και του ανορθολογισμού που είναι κανονικά προϊόντα των οικονομικών κρίσεων και της βαθιάς βιοτικής ανασφάλειας που αυτές γεννούν.

Μπαρούχ Σπινόζα
            Πριν από τρισήμισυ περίπου αιώνες ο Σπινόζα, με τη θαυμαστή του διαύγεια που επιφυλάσσει ακόμα διδάγματα για μας, έγραφε:                

Πράγματι, είναι βέβαιον ότι οι στάσεις, οι πόλεμοι η περιφρόνηση ή η παραβίαση των νόμων πρέπει να καταλογίζονται όχι τόσο στην κακία των υπηκόων όσο στο κακό καθεστώς του κράτους. Διότι οι άνθρωποι δεν γεννιούνται πολίτες, αλλά γίνονται. Εξάλλου, τα φυσικά πάθη των ανθρώπων είναι παντού τα ίδια· συνεπώς, αν σε ένα πολιτικό σώμα η ανθρώπινη κακία κυριαρχεί ευκολότερα απ’ ό,τι σε ένα άλλο και εκεί διαπράττονται περισσότερα εγκλήματα, αυτό σίγουρα οφείλεται στο γεγονός ότι ένα τέτοιο πολιτικό σώμα δεν προνόησε αρκετά για την ομόνοια, δεν νομοθέτησε με αρκετή σύνεση και, κατά συνέπεια, δεν απέκτησε το απόλυτο δίκαιο που έχει ένα πολιτικό σώμα. Γιατί μια πολιτική κοινωνία η οποία δεν έχει εξαλείψει τις αιτίες των στάσεων, στην οποία ένας πόλεμος είναι πάντα επίφοβος και στην οποία, τέλος, οι νόμοι συχνά παραβιάζονται, δεν διαφέρει πολύ από τη φυσική κατάσταση όπου καθένας ζει σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του αλλά με μεγαλύτερο κίνδυνο της ζωής του (Πολιτική πραγματεία V, 2).   

Η εγκληματικότητα είναι, πράγματι, πρόβλημα πολιτικό. Δεν είναι ούτε με την τεχνική έννοια του όρου ποινικό ούτε γενικώς και αορίστως ηθικό, διότι η ανθρώπινη φύση είναι παντού ίδια, κανείς δεν γεννιέται εγκληματίας ούτε άγιος, και ––εκτός ελαχίστων ατομικών εξαιρέσεων, που έχουν βεβαίως την περιορισμένη σημασία τους–– όμοιες συνθήκες τείνουν να ωθούν τους ανθρώπους σε αντίστοιχες συμπεριφορές. Ένα υγιές πολιτικό σώμα είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να προστατέψει τα μέλη που το απαρτίζουν εν πρώτοις από συνθήκες στέρησης και υποβιβαστικής ένδειας, εν συνεχεία από εξωτερικές απειλές και τέλος από στοιχεία διχόνοιας που απειλούν να το κερματίσουν εις τα εξ ων συνετέθη. Έτσι τουλάχιστον υπαγορεύει η πολιτική σοφία των απαρχών της νεωτερικότητας, που είναι ακόμα κωδικοποιημένη στα πολιτειακά μας μορφώματα, και αυτός είναι ο όρος τής νομιμότητάς τους. Ειδάλλως, τον λόγο έχει το δίκαιο της εξέγερσης…   
            Οι διαχειριστές τού ελληνικού κράτους, ένας συμπαγές μπλοκ συμφερόντων που κυριαρχεί στη χώρα από τον καιρό της Μεταπολίτευσης τουλάχιστον και ανεξαρτήτως κομματικών εναλλαγών στην εξουσία, δεν έκρυψαν ποτέ τις επιλογές τους: ευπειθή όργανα της Δύσης, του Ατλαντικού άξονα και της διεθνούς κεφαλαιοκρατικής ελίτ, παραδίδουν εσχάτως σιδηροδέσμια τον πληθυσμό και το έδαφος τής χώρας στο πιο επιθετικό κομμάτι της τελευταίας, τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα πολιτικά όργανά τους, για την έσχατη λεηλασία. Γνωρίζουν καλύτερα από τα θύματά τους ότι είναι οι κύριοι εχθροί τού λαού τους, και η πολιτική τους επιβίωση εξαρτάται από τη με κάθε μέσο συσκότιση αυτής της απλής αλήθειας. Χρειάζονται τρόπους συγκάλυψης του προφανούς, διόδους εκτροπής τής οργής των εξαπατημένων σε ανώδυνους για τους ίδιους διαύλους· και το προσφορότερο μέσον είναι η παλαιά, δοκιμασμένη στρατηγική όλων των κυριάρχων, το αποικιακό αξίωμα του διαίρει και βασίλευε. Χρειάζεται οι κοινωνικές ομάδες να στραφούν η μία εναντίον της άλλης, πρέπει να δουν σαν πραγματικό τους εχθρό τούς συντρόφους τους στην εξαθλίωση, να αναλώσουν το δίκαιο μίσος τους για τους κυριάρχους σε πράξεις τυφλής αυτοκαταστροφής, ώστε οι ίδιοι αυτοί κυρίαρχοι να επανεμφανιστούν ως διαιτητές, νομιμοποιημένοι μόνο και μόνο από την καταστροφή που προκάλεσαν και στο όνομα της οποίας καλούνται να ενσκήψουν και πάλι κραταιοί με το φωτοστέφανο του σωτήρα.
            Ιδού, λοιπόν, γιατί η βία κατά των μεταναστών και των ξένων δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να ανακοπεί… Ιδού γιατί, ακόμη περισσότερο, οι άνθρωποι που για οιουσδήποτε λόγους συνέρρευσαν κάποτε σε αυτή τη χώρα, που μιλούν τη γλώσσα της κι έχουν γίνει οργανικό κομμάτι της παραγωγικής της ζωής, δεν πρέπει ποτέ να γίνουν κανονικοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα, πρέπει να κρατιούνται δέσμιοι  σ’ εκείνο το είδος περίβλεπτης διαφορετικότητας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να χρησιμεύει ως κυματοθραύστης του λαϊκού μίσους· κι εκείνοι που έρχονται σωρηδόν από τις οδούς τής απελπισίας να αιχμαλωτίζονται στον μη-τόπο των ευρωπαϊκών συνοριοφυλακών, ένα άμορφο, ζυμωμένο με δάκρυα και λάσπη ανθρώπινο απόθεμα το οποίο, τώρα που οι ειρκτές της αποκτηνωτικής μισθωτής σκλαβιάς έχουν πιθανότατα κορεστεί, χρησιμεύει κυρίως ως υλικό για περιστασιακές, τελετουργικές θυσίες. 

Νύχτα των Κρυστάλλων
 
            Η μνήμη της Βαϊμάρης ας γίνει ακόμα μία φορά οδηγός μας. Όλ’ αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Όποτε ο καπιταλισμός περνάει δομική κρίση ο ολοκληρωτισμός αναγγέλλεται επί θύραις – ο ολοκληρωτισμός, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον καπιταλισμό στην ωμότερη, στην πιο μανιασμένη και απροκάλυπτη μορφή του· και όποτε οι ενδοτικές και διεφθαρμένες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις αφήνουν, από αδυναμία ή από καιροσκοπική υστεροβουλία, κενά εξουσίας, οι πρώτοι που σπεύδουν να τα αναπληρώσουν είναι οι μελανοχίτωνες και τα Τάγματα Εφόδου. Αυτή είναι η ταυτότητα της ιστορικής στιγμής που διανύουμε, στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, στην Αθήνα – ας μην έχει κανείς επ’ αυτού αμφιβολία… Αυτό είναι που υπαγορεύει και τα καθήκοντα δράσης ενός συνειδητοποιημένου λαϊκού σώματος, όμως, αν υπάρχει τέτοιο. Υπό τέτοιας μορφής έκτακτες συνθήκες, η μόνη ελπίδα για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη λαϊκών δομών αντεξουσίας στο ίδιο αυτό κενό όπου βηματίζουν ανεμπόδιστα οι οργανωμένοι παρακρατικοί εγκληματίες. Αυτές οι μάζες που έκαναν με τόσο επιβλητικό τρόπο αισθητή την παρουσία τους στο Σύνταγμα, αναρωτιέμαι, θα μπορούσαν να διοχετεύσουν ένα κλάσμα της δύναμής του για την περιφρούρηση των συνοικιών της Αθήνας από τις παρακρατικές συμμορίες, για την προστασία των μεταναστών και των πιο ευάλωτων ομάδων από τα φασιστικά καρκινώματα και τους νόμιμους προστάτες τους, για την προστασία της κοινωνίας από το θανατηφόρο δηλητήριο που την οδηγεί αργά ή γρήγορα να καταβροχθίσει τα ίδια της τα σπλάχνα;